Εφημερίδα Κοινωνική

Στους βαγενάδες του Πειραιά – Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης

 Breaking News

Στους βαγενάδες του Πειραιά – Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης
23 Σεπτεμβρίου 2021

banner_milesis

*«Από πέτρα και θάλασσα-Οδοιπορικό στην ιστορία του Πειραιά» κάθε Πέμπτη στην εφημερίδα Κοινωνική
Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης*

Μήνας που δεν έχει «ρο» ρίξε στο κρασί νερό, έλεγαν οι παλαιοί κρασοπατέρες στον Πειραιά, που σήμαινε ότι από το Μάιο έως και το τέλος του Αυγούστου, μόνο εκείνοι που δεν ήξεραν να πίνουν, συνέχιζαν να παραγγέλνουν κρασί στις ταβέρνες και στα καφενεία, αν φυσικά υπήρχε διαθέσιμο. Διότι οι μήνες Μάιος, Ιούνιος, Ιούλιος και Αύγουστος είναι μήνες που δεν εμπεριέχουν το γράμμα «ρο» κατά συνέπεια μήνες στους οποίους δεν πρέπει το κρασί να καταναλώνεται. Οι υπόλοιποι, οι γνώστες των μυστικών του βαρελιού, περίμεναν με αγωνία να φανεί ο Σεπτέμβρης, ο πρώτος μήνας που εμφανίζεται να εμπεριέχει το «ρο» μετά από τέσσερις μήνες κρασοστέρησης. Ευλογημένος μήνας  ο Σεπτέμβριος αφού στα τέλη του η θεσπέσια ρετσίνα θα έρεε ξανά τους διψασμένους ουρανίσκους κάθε καλού και αξιοσέβαστου οπαδού της. Από τα τέλη του Αυγούστου άρχιζε ο τρύγος που συνεχιζόταν ως και τον Σεπτέμβριο. Ήταν επίσης η περίοδος του έτους που οι βαρελοποιοί οι λεγόμενοι «Βαγενάδες» έκαναν χρυσές δουλειές πουλώντας νέας βαρέλια ή επιδιορθώνοντας τα παλαιά. Τα βαρελοποιεία (Βαρελάδικα) που κάποτε κατέκλυζαν τη Γούβα του Βάβουλα στον Πειραιά, την περίοδο αυτή έκαναν χρυσές δουλειές. Λέγοντας κρασί στον Πειραιά κατά κύριο λόγο εννοούμε τη θρυλική ρετσίνα που δυστυχώς σήμερα κοντεύει να εκλείψει. Ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας του κρασιού αφού για πρώτη φορά οι ανυπόμονοι δοκίμαζαν τη νέα παραγωγή.

Και λέω οι ανυπόμονοι καθώς η κρασοπαράδοση απαιτούσε τα «γιοματάρια», τα βαρέλια που περιέχουν δηλαδή τη καινούργια σοδειά, επίσημα να έρχονται σε πρώτη επαφή με τον κόσμο την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου και να δοκιμάζονται με ειδικό τελετουργικό σχεδόν θρησκευτικό τρόπο. Το κρασί που συνήθως έσπευδαν οι ανυπόμονοι να καταναλώσουν το Σεπτέμβριο και γενικά πριν από του Αγίου Δημητρίου ήταν το ευάλωτο, το κρασί δηλαδή που δεν μπορούσε να διατηρηθεί όλο το χρόνο και που έπρεπε να καταναλωθεί πρώτο για να μην ξιδιάσει. Πριν όμως μιλήσουμε για το καλό κρασί το γιοματάρικο ή Αγιοδημητριάτικο όπως λεγόταν, ας επιστρέψουμε πίσω στο Σεπτέμβριο να δούμε από κοντά τον τρυγητό και το γέμισμα των βαρελιών με μούστο, δηλαδή των γεγονότων εκείνων που προηγούνται του ανοίγματος των βαρελιών.

Στα Μεσόγεια και στα άλλα μέρη που παρήγαγαν κρασί, το Σεπτέμβριο γίνονταν οι γιορτές του τρυγητού με φωνές και τραγούδια. Στις πόλεις όμως μια άλλη διαδικασία γινόταν εξίσου γιορταστική. Κατέφταναν τα κάρα με τον μούστο όπου ο ταβερνιάρης βοηθούσε τους μεταφορείς να τον αδειάσουν στα βαρέλια του μέσα στα οποία πρόσθεταν το ρετσίνι, φτιάχνοντας έτσι τη μοναδική κι αθάνατη ελληνική ρετσίνα. Μέσα στα βαρέλια των οινοπωλών λοιπόν ήταν που ωρίμαζε ο μούστος και γινόταν το θαύμα της μετατροπής του σε κρασί. Οι οινοπώλες και οι ταβερνιάρηδες δεν ήταν απλά έμποροι κρασιού όπως είναι σήμερα, αλλά λάμβαναν μέρος οι ίδιοι στην παραγωγή του κρασιού. Ο σωστός οινοπώλης έπρεπε να διαθέτει σωστά βαρέλια, δηλαδή φτιαγμένα από «καλό» ξύλο. Και εκεί έπαιζαν ρόλο οι βαγενάδες του Πειραιά. Κάθε βαγενάς προμηθευόταν ξύλο καρυδιάς, καστανιάς ή δρυός που θεωρείτο το καλύτερο για τα βαρέλια. Εκεί στις γειτονιές φρόντιζαν αυτά τα βαρέλια να τα καθαρίσουν συμμετέχοντας ακόμα και μικρά παιδιά σε αυτή τη διαδικασία ώστε να είναι έτοιμα και καθαρά να δεχθούν τον μούστο. Ο καθαρισμός των βαρελιών γινόταν έξω από όλες τις ταβέρνες του Πειραιά οι δρόμοι των οποίων γέμιζαν από βαρέλια σε παράταξη. Και τότε στον Πειραιά ταβέρνες και στέκια κρασιού υπήρχαν διάσπαρτα σε κάθε γειτονιά, σε κάθε σημείο της πόλης. Μικροί ή μεγάλοι δρόμοι γέμιζαν από τεράστια σε μέγεθος βαρέλια τα οποία ευρισκόμενα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο, αναμένοντας τον καθαρισμό τους με άφθονο νερό. Εάν τα βαρέλια ήταν παλιά, εισέρχονταν συνήθως σε αυτά μικρά παιδιά που με ξύστρες στα χέρια καθάριζαν πρώτα το εσωτερικό τους ξύνοντάς τα επιμελώς πριν από τη πλύση τους.

Τότε όλες οι γειτονιές μύριζαν κρασί από τα πολλά βαρέλια που αερίζονταν εκτεθειμένα στα πεζοδρόμια. Ακόμα πιο μεθυστικές ήταν οι μυρωδιές της παραλίας όπου τα βαρέλια έστεκαν ανοιγμένα δίπλα στη θάλασσα, αναμιγνύοντας τη μυρουδιά του κρασιού με εκείνη της θαλάσσιας αύρας και του ιωδίου. Στο γραφικό όρμο της Φρεαττύδας, στο Τουρκολίμανο και στο Πασαλιμάνι ήταν συνηθισμένη η εικόνα των βαρελιών να βρίσκονται αραδιασμένα δίπλα στη θάλασσα. Στη συνέχεια τα βαρέλια γιομάτα με το φρέσκο περιεχόμενό τους έπρεπε να μένουν για την ωρίμανση σε σκοτεινά υπόγεια σπιτιών, ακόμα καλύτερα εάν σε αυτά επικρατούσε δροσιά έως και υγρασία. Την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου οι ταβερνιάρηδες και οι οινοπώλες, χωρίς να εξαιρούνται και οι έχοντες ιδιωτικά βαρέλια, απεύθυναν προφορικές προσκλήσεις στους φίλους τους που τους ενημέρωναν για το άνοιγμα του γιοματαριού. Στη συνέχεια ετοίμαζαν διάφορους μεζέδες που «τραβούσαν» κρασί. Του Αγίου Δημητρίου το άνοιγμα αποτελούσε μια πραγματική μυσταγωγία. Και καθώς εκείνες τις μέρες στους δρόμους της πόλης όλοι κάπου είχαν προσκληθεί να παρευρεθούν «μάρτυρες» στο άνοιγμα γιοματαριού, έδιναν το σύνθημα αναμεταξύ τους όταν διασταυρώνονταν βιαστικοί στο δρόμο. «Καλά κρασιά κουμπάρε» αντάλλαζαν βιαστικά ένεκα των περιστάσεων! Αυτό «καλά κρασιά κουμπάρε» αποτελούσε ένα φιλικό χαιρετισμό μεταξύ των κρασοσυντρόφων χωρίς ωστόσο να δίνει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία για το που ο καθένας κατευθύνεται. Κι αυτό διότι εάν το γιοματάρι ήταν καλό και το μάθαινε πολύς κόσμος, δεν θα «φτουρούσε».

Έτσι ο καθένας τραβούσε το δρόμο του, ή καλύτερα προς το υπόγειό του ή τη σπηλιά του, χωρίς «σάλια» δηλαδή χωρίς πολλές κουβέντες. Όπου καθείς και η μοίρα του. Και αφού συγκεντρώνονταν όλοι γύρω ή καλύτερα κάτω από το βαρέλι έθεταν στο κέντρο το πιο παλαιό τον πιο έμπειρο οινογνώστη που είχε κληθεί «τιμής ένεκεν» να δοκιμάσει το πρώτο ποτήρι από το γιοματάρι. Με προσοχή ο οινοπώλης άνοιγε το βαρέλι και τοποθετούσε την κάνουλα την οποία άνοιγε ελάχιστα, ώστε η ροή εξόδου του πολύτιμου υγρού να μην είναι μεγάλη και αναταράξει το εσωτερικό του περιεχόμενο. Κατά τη διάρκεια που ο «ειδικός» το έφερνε στα χείλη του, επικρατούσε πλήρης ησυχία και προσήλωση ώστε να ερμηνευθεί από την ομήγυρη και η παραμικρή έκφραση που θα μπορούσε να «δείξει» εάν το κρασί ήταν καλό ή όχι, πριν ακόμα καν μιλήσει ο ίδιος ο δοκιμαστής! Και η διαδικασία αυτή γινόταν για κάθε βαρέλι αλλά όχι την ίδια ημέρα! Στο πρώτο βαρέλι οι οινοπώλες έγραφαν πάνω του με κιμωλία το όνομα του Αγίου Δημητρίου, αφού κατά την ημέρα εκείνη θα άνοιγε για πρώτη φορά. Με τον ίδιο τρόπο έγραφαν με κιμωλία πάνω σε κάθε βαρέλι ξεχωριστά κι ένα όνομα «Αγίου»! Η ονοματοθεσία αυτή καθόριζε και την ημερομηνία εκείνη που το συγκεκριμένο βαρέλι θα άνοιγε για πρώτη φορά. Του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος, ρυθμίζοντας έτσι σε ποια γιορτή Αγίου θα ανοίξει κάθε βαρέλι κρασιού!

Η ημέρα ανοίγματος βαρελιού θεωρείτο πετυχημένη και εορταστική όταν το κρασί που περιείχε ήταν καλό. Στον Πειραιά ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας και των ανθρώπων της έχει γραφεί σε ταβέρνες αποκλειστικά και μόνο λόγω της εκλεκτής ρετσίνας που διέθεταν. Συνεπώς ο οινοπώλης στον Πειραιά δεν ήταν ένα ακόμα έμπορος, αλλά μια αιτία συγκέντρωσης λογοτεχνών και εικαστικών που πήγαιναν να απολαύσουν τη θεϊκή του ρετσίνα. Οι ταβέρνες δημιουργούσαν όνομα μόνο εξαιτίας του κρασιού που παρήγαγαν. Τα περισσότερα τοπωνύμια στον Πειραιά οφείλονται στο καλό κρασί! Είναι στην ουσία ταβέρνες που ξεχώρισαν για το κρασί τους. Θυμίζω του Παρλαμά, του Καλαμπάκα, του Αργύρη, του Μπαϊκούτση στην Πειραϊκή αλλά και η Ακτή Ξαβερίου επίσης! Μπορεί ο Ξαβέριος Στέλλας να μην ήταν ταβερνιάρης αλλά ένα σπίτι που έκτισε μεταγενέστερα ο γιος του ο Νικόλαος Στέλλας διατέθηκε προς ενοικίαση και έγινε η ταβέρνα του Στέλλα Σαριδάκη, γνωστή από την καλή της ρετσίνα τόσο πολύ, ώστε πάμε στου Ξαβέρη είχε γίνει συνώνυμο της ταβέρνας με την εκλεκτή ρετσίνα. Σήμερα καμία ταβέρνα και κανένας ταβερνιάρης δεν υπάρχει να δημιουργεί ρετσίνα από το μούστο, να φτιάχνει το δικό του κρασί.

Καμία ταβέρνα στον Πειραιά δεν κτίζει το καλό της όνομα πάνω στη θεϊκή ρετσίνα. Τα βαρέλια παρέμειναν σε μερικές ταβέρνες ως διακοσμητικά και μόνο στοιχεία, ενώ η ελληνικότατη ρετσίνα που μετέφερε παντού τη μυρωδιά και τη γεύση του ελληνικού πεύκου, πέθανε οριστικά. Διάφορες ποικιλίες κρασιών, αγνώστου προέλευσης και άγνωστης ποιότητας έχουν κατακλύσει τα κάθε λογής κέντρα. Γλυκά τις περισσότερες φορές τα σημερινά κρασιά, ώστε να είναι καλόπιοτα, να παραγγέλνονται εύκολα, φθηνά στην αγορά τους, προσφέρονται το ίδιο αστόχαστα όπως παρασκευάζονται και κυκλοφορούν στα φθηνά πλαστικά μπουκάλια τους. Κανείς πια δεν περιμένει το Σεπτέμβριο να πιει το ευαίσθητο κρασί, τον Οκτώβριο του Αγίου Δημητρίου να δοκιμάσει το γιοματάρι, καμία μουσταλευριά δεν θα φτιαχτεί στην έλευση του μούστου, καμιά μυρωδιά κρασιού δεν θα αναμιχθεί με τη θαλασσινή αύρα της πειραϊκής ακτής. Η ρετσίνα κεχριμπάρι θα μείνει για πάντα να ξεδιψάει τις μνήμες μας.

 

* Ο Στέφανος Μίλεσης γεννήθηκε το 1964 στη Φρεαττύδα, στον Πειραιά όπου κατοικεί μέχρι και σήμερα. Είναι συγγραφέας, ιστορικός ερευνητής και ραδιοφωνικός παραγωγός. Το 2009 δημιούργησε το ιστολόγιο «Πειραιόραμα Ιστορίας και Πολιτισμού», με αποκλειστικό σκοπό την προβολή της ιστορίας του Πειραιά. Ραδιοφωνικός παραγωγός στην Δημοτική Ραδιοφωνία Πειραιά «Κανάλι Ένα» (90,4) και στον σταθμό «Πειραϊκή Εκκλησία» (91,2).

Έχει δώσει πλήθος ομιλιών και διαλέξεων με θέματα από την ναυτική και την τοπική ιστορία, σε σχολεία δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια, σε πολιτιστικούς συλλόγους και σε πνευματικά ιδρύματα. Διετέλεσε διδάσκων εισηγητής στο πρόγραμμα «Ενορία Εν Δράσει» της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς και είναι εισηγητής στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ιδρύματος Λασκαρίδη, με τίτλο «Το μεγάλο λιμάνι σταυροδρόμι των εξελίξεων στην ελληνική ιστορία» που απευθύνεται σε μαθητές δημοτικών σχολείων και γυμνασίων.

Το 2014 εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και από το 2016 είναι Πρόεδρος αυτής. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Πειραϊκού Συνδέσμου, του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος και της Ένωσης Παλαιών Προσκόπων Νέου Φαλήρου.

Έχει ξεπεράσει τις 160 διαλέξεις σε πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα του Πειραιά.

Πάνω από 800 άρθρα πειραϊκής και ναυτικής ιστορίας έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά και έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο από διάφορες ιστοσελίδες. Έχει τιμηθεί από πολλούς συλλόγους στον Πειραιά και έχει μετάσχει ως εξωτερικός συνεργάτης σε τηλεοπτικές παραγωγές. Προσέφερε από διάφορες θέσεις τις υπηρεσίες του ως μέλος, γραμματέας και Πρόεδρος Επιτροπών Κοινωνικής Συμπαράστασης. Υπήρξε Μέλος Διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Παλαιών Προσκόπων Νέου Φαλήρου και διετέλεσε Γενικός Γραμματέας και υπαρχηγός δράσεων αυτής. Έχει τιμηθεί με το Χαλκούν Μετάλλιο Ερυθρού Σταυρού, το Μετάλλιο Παλαιού Προσκόπου και το Μετάλλιο Αθανασίου Λευκαδίτη.

 

 


 



Σχετικά άρθρα

Τελευταια

Εφημερεύοντα Φαρμακεία ΑΤΤΙΚΗΣ