Εφημερίδα Κοινωνική

Μεγάλη Εβδομάδα και Πάσχα στον παλαιό Πειραιά – Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης

 Breaking News

Μεγάλη Εβδομάδα και Πάσχα στον παλαιό Πειραιά – Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης
29 Απριλίου 2021

banner_milesis

 

 

 

 

 

 

 

 

*«Από πέτρα και θάλασσα-Οδοιπορικό στην ιστορία του Πειραιά» κάθε Πέμπτη στην εφημερίδα Κοινωνική
Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης*

Κάθε φορά που εισερχόμαστε στην Μεγάλη Εβδομάδα μου έρχονται στο νου αυτοί οι στίχοι που όταν ήμασταν παιδιά απαγγέλαμε καθώς είχαν χαρακτήρα παιδαγωγικό. Μέσα από αυτούς τους στίχους μαθαίναμε τι συνέβη στον Χριστό κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας «Μεγάλη Δευτέρα ο Χριστός με τη μαχαίρα, Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρίθη, Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός εχάθη, Μεγάλη Πέμπτη ο Χριστός ευρέθη, Μεγάλη Παρασκευή ο Χριστός στο καρφί, Μεγάλο Σάββατο ο Χριστός στον τάφο, Κυριακή Χριστός Ανέστη Χριστιανοί». Κάθε ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας είχε τα δικά της έθιμα που οι χριστιανοί ακολουθούσαν πιστά. Σαν παιδιά περιμέναμε πώς και πώς να έρθει η εορτή του Πάσχα με όλα εκείνα τα έθιμα και τις παραδόσεις των ημερών. Στον παλαιό Πειραιά των μονοκατοικιών με τις αυλές και τα κεραμίδια, η Άνοιξη έκανε αισθητή την παρουσία της μέσα από τις γαληνεμένες θάλασσες, το παρατεταμένο φως της ημέρας, τις μυρουδιές των δένδρων και των λουλουδιών και αυτή την ατμόσφαιρα που ανεξήγητα μόνο την περίοδο του Πάσχα επικρατεί.

Το συνήθειο της πασχαλινής απόδρασης είναι βεβαίως μεταπολεμικό, καθώς τα παλαιότερα χρόνια ουδείς επιθυμούσε να απομακρυνθεί από τον Πειραιά, καθώς και εδώ ζούσε έντονα τις εορτές, αφού κι εδώ επικρατούσαν οι πασχαλινές συνήθειες, κι εδώ η πόλη ζούσε στον κατανυκτικό ρυθμό της Μεγάλης Εβδομάδας, με τις συνήθειες και την ιεροτελεστία που κάθε ημέρα απαιτούσε. Ήδη πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα κυρίως στο κέντρο του Πειραιά, όπου υπήρχαν απλώματα, μάντρες κι αλάνες, συγκεντρώνονταν οι διάφοροι πλανόδιοι και έστηναν πάγκους με την πραμάτεια τους. Ζωντανές οι εικόνες με τα κλωσόπουλα στους πάγκους, τα κεριά, τα προστατευτικά, τις τρακατρούκες και τα άλλα εποχικά είδη. Η δημοτική αγορά της πόλης πλημμύριζε από κόσμο για την προμήθεια των απαραίτητων νηστίσιμων, που πωλούνταν φυσικά όλο το διάστημα της σαρακοστής που οι περισσότεροι τότε ακολουθούσαν πιστά. Ειδικά όμως οι πρόγονοί μας μέχρι και την εποχή των πατεράδων μας ή των παππούδων μας, συνήθιζαν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα να τρώνε ελάχιστα. Νηστεία για αυτούς δε σήμαινε μόνο αποχή από συγκεκριμένα είδη φαγητών αλλά αποχή από κάθε ευχαρίστηση. Διασκεδάσεις και ψυχαγωγίες παραμερίζονταν. Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να κάνουν τις εργασίες του σπιτιού από πριν και τη Μεγάλη Εβδομάδα απείχαν από κάθε είδους εργασία του σπιτιού. Πλυσίματα, ασβεστώματα είχαν γίνει από πριν. Θυμάμαι τον παππού μου, μανιώδη καπνιστή, που σε όλη την διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδος διέκοπτε το κάπνισμα! Αυτό τον ευχαριστούσε… αυτό έκοβε.

Δεν ήταν ιδιαίτερα λάτρης του φαγητού. Το τσιγάρο όμως το έβγαζε από το στόμα του μόλις έμπαινε η Μεγάλη Εβδομάδα. Νηστεία είναι εγκράτεια και αποχή από ό,τι σε ευχαριστεί. Άπαντες μόνο μια εργασία είχαν την Εβδομάδα των Παθών. Να παρακολουθούν στην εκκλησία με ευλάβεια και ταπεινότητα τις λειτουργίες για να φτάσουν στο χαρμόσυνο γεγονός της Ανάστασης με την απαραίτητη ψυχική προετοιμασία. Και ενώ ο κόσμος βρισκόταν καθημερινά στην Αγορά για τα νηστίσιμα, οι παράλιες διαδρομές του λιμανιού γέμιζαν από κοπάδια αρνιών που τα ξεφόρτωναν από τα καΐκια καθώς έφταναν από διάφορα νησιά και τα αρβανιτοχώρια της Αττικής. Τα οδηγούσαν από τις προβλήτες στα δημοτικά σφαγεία στην Δραπετσώνα και η κυκλοφορία του λιμανιού κάθε τόσο διακόπτονταν από εκατοντάδες κοπάδια που περνούσαν μπροστά από τα μαγαζιά κάτω από τις φωνές των τσοπάνηδων. Το θέαμα πραγματικά μοναδικό και απερίγραπτο και η παραλία θύμιζε «στρούγκα». Πολλοί πάλι από αυτούς τους τσοπάνηδες τα περιφέρανε στους δρόμους των διαφόρων συνοικιών, όπου τα πωλούσαν ζωντανά στους νοικοκυραίους. Η παρουσία τους γινόταν αισθητή από τις αγριοφωνάρες τους που επαναλάμβαναν «αρνιά για σφάξιμο!».  Πολλοί τότε πίστευαν ότι το αρνί έπρεπε να σφαχτεί στο σπίτι του νοικοκύρη. Σήμερα μας φαίνεται βάρβαρο το έθιμο αυτό αλλά τότε συνήθιζαν και τα έσφαζαν στις αυλές, τα κρεμούσαν από τις κρεβατίνες ή τα κλαδιά δένδρων, τα έγδερναν και τα ετοίμαζαν για τη σούβλα του Πάσχα. Από δίπλα ετοίμαζαν τους λάκκους, τα ξύλα και τα απαραίτητα.

Τα κοπάδια ακολουθούσαν κάποιοι πλανόδιοι που αναλάμβαναν τη σφαγή αρνιών και φώναζαν «Ποιος έχει αρνιά για σφάξιμο;»  Φυσικά τα πρώτα χρόνια της Πειραϊκής πολιτείας, από το 1835 δηλαδή και μετά, οι περισσότεροι κάτοικοι προερχόμενοι από νησιά, δεν συνήθιζαν το σούβλισμα, συνήθεια που κατά κύριο λόγο ήταν της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι περισσότεροι νησιώτες φούρνιζαν (στάμνιζαν) το κατσικάκι μέσα σε μια πήλινη στάμνα, κομμένη κατά μήκος. Σύντομα όμως το έθιμο της σούβλας επικράτησε και στους νησιώτες που το υιοθέτησαν αμέσως. Τα σπίτια ολόκληρα έμπαιναν κι αυτά στο Μεγαλοβδομαδιάτικο ρυθμό. Να βαφτούν τα αβγά, τα αγοραστούν από τη Δημοτική αγορά τα απαραίτητα για το πασχαλινό τραπέζι, να προμηθευτούν τα σκούρα κεριά που ακολουθούσαν το πένθιμο της Μεγάλης Εβδομάδας αλλά και τα λευκά τα «αναστάσιμα». Οι πατεράδες κατασκεύαζαν χάρτινα φαναράκια για τα παιδιά τους που ήταν απαραίτητα για τη μεταφορά του αναστάσιμου φωτός στο σπίτι ή για να τα κρεμάσουν έξω από αυτό αν το σπίτι βρισκόταν στην διαδρομή του Επιταφίου. Τα σπίτια που είχαν την τύχη να βρίσκονται στην πορεία των Επιταφίων εκτός από τα φανάρια, φρόντιζαν και για την προμήθεια με κολόνιες και ροδοπέταλα που πετούσαν από τα μπαλκόνια, τους εξώστες και τα παράθυρα μόλις ο Επιτάφιος περνούσε από μπροστά τους.

Στην Πλατεία Καραϊσκάκη (στου Τζελέπη) την προπολεμική εποχή υπήρχαν καζάνια υπαίθρια στην σειρά πάνω από αναμμένα ξύλα. Μέσα σε αυτά κοκκινιζόντουσαν σε μπογιά εκατοντάδες αυγά. Κόσμος πολύς πήγαινε στου Τζελέπη και αγόραζε τα έτοιμα κόκκινα αυγά, παρότι πιστεύουμε σήμερα πως τα παλιότερα χρόνια δεν τα αγόραζαν ποτέ έτοιμα! Κι όμως πολλοί και τότε ήθελαν να αποφύγουν την διαδικασία του βαψίματος. Τα κόκκινα αυγά πωλούνταν τότε έξι λεπτά το ένα ενώ τα άβαφα μια πεντάρα! Συνεπώς η διαφορά στην τιμή ήταν ελάχιστη. Τη Μεγάλη Παρασκευή οι Επιτάφιοι των εκκλησιών συναντιούνταν μεταξύ τους στα όρια των διαδρομών τους και η σύγκριση του καλύτερου στολισμού τους αποτελούσε κι αυτή μέρος της παράδοσης. Το βράδυ της Ανάστασης οι πιστοί τσούγκριζαν τα κόκκινα αβγά που είχαν φέρει από το σπίτι τους και τα είχαν στις τσέπες τους.

Με το «Χριστός Ανέστη» του ιερέα οι πιστοί έβγαζαν τα αβγά και τα τσούγκριζαν αναμεταξύ τους κι εκείνος το αυγό του οποίου θα έσπαζε όλα τα υπόλοιπα θεωρείτο τυχερός  διότι θα ήταν γερός από απόψεως υγείας. Από το απόγευμα του Μ. Σαββάτου και όσο πλησίαζε το μεσονύκτιο τόσο πύκνωναν στις πλατείες, στους δρόμους και στις αλάνες, τα βαρελότα, τα τρίγωνα, οι τρακατρούκες και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να κάνει εκραγεί. Οι επίδοξοι αυτό «μπουρλοτιέρηδες» είχαν καθιερώσει ως κανόνα απαράβατο του εθιμικού δικαίου να προκαλούν εκρήξεις που δονούσαν τη μικρή πολιτεία. Το εθιμικό τους δίκαιο ήταν ισχυρότερο και επικρατούσε κάθε άλλης δημοτικής ή αστυνομικής διάταξης.

Ο Πειραιάς τότε εκτός της Άνοιξης, μύριζε και μπαρούτι! Ακόμα και η θάλασσα του Πειραιά στην κυριολεξία «έβραζε» από τους δυναμίτες που έριχναν αδιάκοπα οι ψαράδες του Πασαλιμανιού οι οποίοι σε όλη την δεκαετία του 1930, συναγωνίζονταν για το ποιος θα σηκώσει τον ψηλότερο πίδακα νερού! Μέχρι που σημειώθηκαν τόσα δυστυχήματα με νεκρούς και ακρωτηριασμένους που ευτυχώς το έθιμο αυτό ατόνησε. Λέγεται ότι το έθιμο της «θορυβώδους» Αναστάσεως έχει να κάνει και με την περίοδο της Τουρκοκρατίας όπου οι  ραγιάδες όφειλαν να ασκούν τη λατρεία τους αθόρυβα. Τόσο στις γιορτές όσο και στις κυριακάτικες λειτουργίες οι πιστοί γνώριζαν την ώρα προσέλευσης και πήγαιναν χωρίς να έχει προηγηθεί κωδωνοκρουσία. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου μας πληροφορεί ότι  διάφορες γυναίκες των ενοριών οι λεγόμενες κλησσάρισες πήγαιναν και κτυπούσαν τις εξώπορτες των σπιτιών τρεις φορές  με ένα ξύλινο σκερπάνι και φώναζαν «κοπιάστε στην εκκλησία». Αυτή η αθόρυβη λατρεία καταπίεζε για χρόνια τους Έλληνες που μόλις κατάφεραν την Ανεξαρτησία άρχισαν να γιορτάζουν με όσο μπορούν περισσότερη φασαρία τόσο την Ανάσταση όσο και τις άλλες χριστιανικές εορτές.

Την Κυριακή του Πάσχα από το πρωί όλος ο Πειραιάς ήταν σα να είχε πάρει φωτιά! Οι μονοκατοικίες που διέθεταν συνήθως έστω και μια μικρή αυλή άναβαν την φωτιά, άλλοι απευθείας στο χώμα, άλλοι σε μισά βαρέλια και δίπλα έστρωναν το τραπέζι με το λευκό τραπεζομάντηλο και ξεκινούσε το γλέντι. Όταν το σπίτι ήταν δίπατο ή τρίπατο ή είχε πολλά δωμάτια που έβλεπαν σε μια κοινή αυλή, τότε όλοι μαζί συγκεντρώνονταν σ΄ αυτήν και το γλέντι ήταν ομαδικό. Εάν το σπίτι δεν διέθετε αυλή, οι νοικοκυραίοι έσκαβαν ένα λάκκο μπροστά από την πόρτα, στον δρόμο που ήταν τότε χωματόδρομος και εκεί έψηναν το αρνί. Οι Πειραιώτες δεν αρκούνταν στο δικό τους γλέντι αλλά έκοβαν βόλτες και στους διπλανούς για να πάρουν έναν μεζέ, να πιούν κι ένα κρασάκι παραδίπλα, να μάθουν και τα νέα των γειτόνων. Όλα τα τραπέζια όμως και η κρασοκατάνυξη γινόταν με μέτρο καθώς το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα ακολουθούσε φυσικά το «Κάψιμο του Ιούδα» (Γιούδα) που συνέβαινε στη συνοικία των Κρητών Πειραιώς, δηλαδή στα λεγόμενα Κρητικά, στο σημερινό Προφήτη Ηλία. Έξω από το μικρό ακόμα ναΐσκο, έκαιγαν τον Γιούδα τον Ισκαριώτη. Η αλήθεια βεβαίως ήταν, ότι στο διάβα των ετών, το κάψιμο μετατράπηκε σε ανατίναξη!

Κι αυτό καθώς τον παραγέμιζαν με εκρηκτικά και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν από απόσταση. Κανείς όμως δεν γνώριζε με πόσα πυρομαχικά τον είχαν «παραγεμίσει», με αποτέλεσμα όταν αυτός έσκαγε, να ήταν πραγματικά επικίνδυνος καθώς η απόσταση που άφηνε το πλήθος του κόσμου δεν ήταν ποτέ αρκετή! Δυστυχώς σήμερα πολλά από τα έθιμα που χαρακτήριζαν μια ολάκερη εποχή πέρασαν και ο σημερινός Πειραιάς του τσιμέντου και της πολυκατοικίας, όπως και ο περισσότερες σύγχρονες πόλεις άλλωστε, δεν αφήνει χώρο ελεύθερο πεδίο για τήρηση εθίμων. Και οι  άνθρωποι όμως σήμερα είναι διαφορετικοί. Δεν έχουν την ανάγκη των εθίμων και των παραδόσεων. Μοντέρνοι καιροί, μοντέρνες αντιλήψεις… Δυστυχώς.

 

 

* Ο Στέφανος Μίλεσης γεννήθηκε το 1964 στη Φρεαττύδα, στον Πειραιά όπου κατοικεί μέχρι και σήμερα. Είναι συγγραφέας, ιστορικός ερευνητής και ραδιοφωνικός παραγωγός. Το 2009 δημιούργησε το ιστολόγιο «Πειραιόραμα Ιστορίας και Πολιτισμού», με αποκλειστικό σκοπό την προβολή της ιστορίας του Πειραιά. Ραδιοφωνικός παραγωγός στην Δημοτική Ραδιοφωνία Πειραιά «Κανάλι Ένα» (90,4) και στον σταθμό «Πειραϊκή Εκκλησία» (91,2).

Έχει δώσει πλήθος ομιλιών και διαλέξεων με θέματα από την ναυτική και την τοπική ιστορία, σε σχολεία δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια, σε πολιτιστικούς συλλόγους και σε πνευματικά ιδρύματα. Διετέλεσε διδάσκων εισηγητής στο πρόγραμμα «Ενορία Εν Δράσει» της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς και είναι εισηγητής στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ιδρύματος Λασκαρίδη, με τίτλο «Το μεγάλο λιμάνι σταυροδρόμι των εξελίξεων στην ελληνική ιστορία» που απευθύνεται σε μαθητές δημοτικών σχολείων και γυμνασίων.

Το 2014 εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και από το 2016 είναι Πρόεδρος αυτής. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Πειραϊκού Συνδέσμου, του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος και της Ένωσης Παλαιών Προσκόπων Νέου Φαλήρου.

Έχει ξεπεράσει τις 160 διαλέξεις σε πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα του Πειραιά.

Πάνω από 800 άρθρα πειραϊκής και ναυτικής ιστορίας έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά και έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο από διάφορες ιστοσελίδες. Έχει τιμηθεί από πολλούς συλλόγους στον Πειραιά και έχει μετάσχει ως εξωτερικός συνεργάτης σε τηλεοπτικές παραγωγές. Προσέφερε από διάφορες θέσεις τις υπηρεσίες του ως μέλος, γραμματέας και Πρόεδρος Επιτροπών Κοινωνικής Συμπαράστασης. Υπήρξε Μέλος Διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Παλαιών Προσκόπων Νέου Φαλήρου και διετέλεσε Γενικός Γραμματέας και υπαρχηγός δράσεων αυτής. Έχει τιμηθεί με το Χαλκούν Μετάλλιο Ερυθρού Σταυρού, το Μετάλλιο Παλαιού Προσκόπου και το Μετάλλιο Αθανασίου Λευκαδίτη.

 

 

 


 



Σχετικά άρθρα

Τελευταια

Εφημερεύοντα Φαρμακεία ΑΤΤΙΚΗΣ