Εφημερίδα Κοινωνική

Στέφανος Μίλεσης: Ο τάφος του Θεμιστοκλή είναι η πολιτιστική μας κληρονομιά. – Μια ιστορική ανάλυση που πρέπει να τη διαβάσουν όλοι οι Πειραιώτες!

 Breaking News

Στέφανος Μίλεσης: Ο τάφος του Θεμιστοκλή είναι η πολιτιστική μας κληρονομιά. – Μια ιστορική ανάλυση που πρέπει να τη διαβάσουν όλοι οι Πειραιώτες!
13 Νοεμβρίου 2020

Το «Θρυλούμενο ταφικό μνημείο». Δύο λάθη σε έναν μόνο προσδιορισμό!
του Στέφανου Μίλεση

mileshs_stefanos

 

 

 

 

 

 

Ο Θεμιστοκλής υπήρξε ο θεμελιωτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας, ο ιδρυτής της πόλης του Πειραιά και των τριών λιμανιών του, ο εμπνευστής της ναυπήγησης των τριήρεων, ο ναυμάχος του Αρτεμισίου, ο σωτήρας του ελληνικού πολιτισμού και της Ευρώπης στη Σαλαμίνα. Κι όμως από αυτήν την κολοσσιαία προσωπικότητα δεν διασώθηκε κανένα μνημείο αντάξιο της προσφοράς του στη σύγχρονη εποχή. Εκτός από τα ιστορικά κείμενα και τις μελέτες για τα έργα του και την προσωπικότητά του τα μόνα υλικά στοιχεία που έμειναν ήταν τα όστρακα πάνω στα οποία οι Αθηναίοι είχαν γράψει το όνομά του επιθυμώντας τον οστρακισμό του, πίστευαν ότι θα βλάψει το δημοκρατικό τους πολίτευμα! Ούτε ο τάφος του στη Μαγνησία της Ασίας διασώθηκε, ούτε καν η μορφή του που ανατέθηκε να απεικονισθεί από τους γιους του στον Παρθενώνα. Μοναδικό υλικό εύρημα της ύπαρξής του τα όστρακα της εξορίας του! Κανένα μνημείο λοιπόν άξιο της φήμης του δεν υπάρχει σήμερα. Αυτό φυσικά είναι εν μέρει αληθές διότι όντως μνημείο αντάξιο της προσφοράς του δεν υπάρχει. Ωστόσο όμως όπως θα δούμε και θα εξηγήσουμε υπάρχει ένα μοναδικό μνημείο εντός των εγκαταστάσεων της Ναυτικής Διοίκησης Αιγαίου, που μέχρι σήμερα όχι μόνο βρίσκεται παρατημένο στο περιθώριο της ιστορίας αλλά και απαξιώνεται καθώς αναφέρεται ακόμα και από την επιστημονική κοινότητα ως «λεγόμενο ταφικό μνημείο» ή «θρυλούμενο ταφικό μνημείο»!

Αυτός ο προσδιορισμός είναι διπλά λανθασμένος! Πρώτον διότι οι λέξεις «λεγόμενος» ή «θρυλικός» υποδεικνύουν ότι λανθασμένα του έχει αποδοθεί ότι είναι του Θεμιστοκλή. Διότι τόσο οι έννοια «λεγόμενο» όσο και η έννοια «θρυλικό», προσδιορίζουν ως πηγή κάτι που προέρχεται από τον «θρύλο», έννοια που σχετίζεται περισσότερο με την προφορική παράδοση στην οποία εντάσσονται τα παραμύθια και γενικώς ιστορίες φανταστικής προέλευσης. Όταν στην καταγραφή της ιστορίας παραπέμπουμε  αντί πηγής, έννοιες όπως «λέγεται», «ισχυρίζεται», «κατά τον μύθο» ή «κατά τον θρύλο», σημαίνει κάτι που στερείται πηγών που αποτελούν το θεμελιώδη λίθο της ιστορικής απόδειξης. Κάτι που φυσικά αποτελεί μέγα λάθος για την περίπτωση του μνημείου που αναφερόμαστε καθώς όχι μόνο υπάρχουν πηγές αλλά είναι και ισχυρές καθώς πρόκειται για αναφορές του Θουκυδίδη, του Πλούταρχου, του Παυσανία, του Διοδώρου του Περιηγητή, του Πλάτωνα του Κωμικού και πολλών άλλων μεταγενέστερων σπουδαίων ιστορικών.

Το δεύτερο λάθος βρίσκεται στον προσδιορισμό του ως ταφικού μνημείου.  Διότι όταν γίνει μετακομιδή οστών από έναν τάφο σε έναν άλλο, και ο δεύτερος πάλι τάφος ονομάζεται και είναι, έστω και αν δεν ήταν ο αρχικός. Όταν μεταφέρεις τα οστά του πατέρα σου από έναν τάφο σε έναν άλλο κάπου στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στη γη δηλαδή όπου γεννήθηκε, και ο νέος τόπος ταφής πάλι τάφος ονομάζεται! Ουδείς θα τον αποκαλέσει ή θα τον προσδιορίσει τον τάφο του πατέρα σου, ως ταφικό μνημείο επειδή δεν έγινε σε αυτόν η αρχική ταφή. Και τα οστά του Θεμιστοκλή είναι σίγουρο ότι μεταφέρθηκαν από την αρχική θέση που ήταν η Μαγνησία της Ασίας στον Πειραιά έστω και αν η μετακομιδή αυτή έγινε «λάθρα» δηλαδή κρυφά από τους συγγενείς του.

Πού εστιάζεται το πρόβλημα;

Αφού λοιπόν υπάρχουν έγκυρες ιστορικές καταγραφές για ποιο λόγο ένα τέτοιο ύψιστο σημείο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος περιγράφεται ως «λεγόμενο ταφικό μνημείο» ή «θρυλούμενο ταφικό μνημείο»; Είναι γεγονός ότι και λιγότερες σε αριθμό αναφορές θα αρκούσαν να οριοθετήσουν τη θέση άλλων μνημείων της αρχαιότητας. Αυτή η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς εάν επρόκειτο για ένα μνημείο ελάσσονος σημασίας, οι υπάρχουσες αναφορές θα είχαν καταγράψει και επιβεβαιώσει τη θέση του. Η σπουδαιότητα όμως του εν λόγω μνημείου αποτελεί τη σοβαρότερη αιτία αμφισβήτησης. Διότι όπως συμβαίνει με τους μεγάλες προσωπικότητες του παρελθόντος, όπου διαφορετικές περιοχές εμφανίζονται ως γενέθλιες πατρίδες τους, όμοια συμβαίνει και με τους τάφους ή τους τόπους θανάτου τους, που επίσης διαφορετικές περιοχές ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να αποκτήσουν το προνόμιο να διαθέτουν στα όρια της επικρατείας τους κάποιο μνημείο και να αποκτήσουν λίγο από τη λάμψη που η ιστορία προσφέρει.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν έγκειται στην έλλειψη ιστορικών πηγών, αλλά στο γεγονός ότι η ταυτοποίηση του συγκεκριμένου μνημείου και η αναγνώρισή του ως τάφο του Θεμιστοκλή προϋποθέτει την ιστορική αξιοποίηση της περιοχής, το χαρακτηρισμό της θέσεως ως τόπος ύψιστου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος,  την πολιτιστική κληρονομιά και πολλά άλλα οφέλη που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσης εργασίας για να αναλυθούν. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνει διακριτή η διαφορά μεταξύ ανάπτυξης και ιστορικής αξιοποίησης. Είναι δύο έννοιες εκ διαμέτρου αντίθετες που δεν θα πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους. Η ιστορική αξιοποίηση απαγορεύει κάποιους τομείς εμπορικής ανάπτυξης και το αντίθετο. Και ίσως εκεί να βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος.

Το «Θεμιστόκλειο», ο Δραγάτσης και άλλες εκδοχές

Κάποιοι ισχυρίζονται σήμερα ότι οι ιστορικές αναφορές και τα αρχαιολογικά ευρήματα  για να ταυτίσουν τον τάφο του Θεμιστοκλή με το αρχαιολογικό μνημείο της Ναυτικής Διοίκησης στον Πειραιά δεν επαρκούν. Η αμφισβήτηση αυτή κορυφώθηκε από τον Ιάκωβο Δραγάτση και όλοι οι υποστηρικτές αυτής της άποψης προχωρούν στην ίδια κατεύθυνση στηριζόμενοι στη μονογραφία του για το «Θεμιστόκλειο» (1910) που αμφισβήτησε την εγκυρότητα της θέσης και προσδιόρισε τον ορθή θέση στην έναντι αυτού Ηετιώνεια Ακτή στη θέση Κάβος Κράκαρη. Οι αντιρρήσεις και οι αμφιβολίες για τον τάφο του Θεμιστοκλή υπήρχαν φυσικά και είχαν διατυπωθεί πολλά χρόνια πριν από τον Δραγάτση.

Ο Σατωβριάνδος κατά την περιήγησή του στον Πειραιά το 1806 – 1807 συνοδευόμενος από τον Γάλλο πρόξενο Φωβέλ επισκέφθηκαν τον τάφο της Πειραϊκής και διατύπωσαν τα ερωτήματά τους που καταχωρήθηκαν στο βιβλίο που αργότερα ο Σατωβριάνδος εξέδωσε (το 1811). (Σχετικό απόσπασμα παρατίθεται στο τέλος της ανάρτησης).

Καταρχάς ο ίδιος ο τίτλος του έργου του Δραγάτση τίθεται σε αμφισβήτηση διότι ουδέποτε εδραιώθηκε ιστορικά ότι «Θεμιστόκλειο» και τάφος είναι το ένα και το αυτό.  

Το γεγονός ότι υπάρχει λοιπόν τάφος σε ένα σημείο δεν αποκλείει την ύπαρξη ενός άλλου μνημείου σε διαφορετική περιοχή. Η ύπαρξη για παράδειγμα τάφου του Κολοκοτρώνη στο Α’ κοιμητήριο της Αθήνας, δεν αποτρέπει την ύπαρξη δεκάδων αφιερωματικών μνημείων ή ανδριάντων προς τιμή του σε Αργολίδα, Αρκαδία, Αθήνα κ.ο.κ. Το «Θεμιστόκλειον» ίσως να αναφέρεται σε μνημείο αφιερωμένο στον Θεμιστοκλή και όχι στον τάφο του. Και μόνο αυτή η επιφύλαξη δεν θα επέτρεπε σε έναν ερευνητή να ονομάσει την έρευνά του περί του τάφου ως «Θεμιστόκλειο» αν δεν ήταν απολύτως σίγουρος ότι περί αυτού πρόκειται.  Η παρατήρηση για τον τίτλο της έρευνας του Δραγάτση δεν έγινε με σκοπό να μειώσει την αξία της έρευνας του αλλά να προϊδεάσει για τη συνέχεια.

Στο σημείο αυτό να γίνει μια παρένθεση για να αναφερθεί ότι ο Δραγάτσης για πολλά ιστορικά και αρχαιολογικά θέματα του Πειραιά είχε καταγράψει τις έρευνές του στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχές 20ου. Εκτός από το ταφικό μνημείο του Θεμιστοκλή είχε περιγράψει τις θέσεις των τριών λιμανιών του Πειραιά, την τοποθεσία της Σκευοθήκης του Φίλωνος, τις θέσεις των αρχαίων θεάτρων και του Ιπποδρόμου. Στα περισσότερες αναφορές του διαψεύστηκε από τις ίδιες τις αρχαιολογικές έρευνες και τις ιστορικές εξελίξεις. Μεταξύ αυτών αναφέρω την εμμονή του για το Λιμάνι της Ζέας ότι ήταν ο αρχαίο λιμάνι της Μουνυχίας, πεποίθηση που είχε μεταδώσει και στις δημοτικές αρχές της εποχής του, που είχαν ονομάσει καθ’  υπόδειξή του τη σημερινή λεωφόρο Γρηγορίου Λαμπράκη σε Λεωφόρο Μουνυχίας, επειδή πίστευαν ότι οδηγεί στο λιμένα Μουνυχίας (σημερινό Μικρολίμανο). Το ίδιο συνέβη και με το Λιμένα Ζέας που ο Δραγάτσης υποστήριζε με πάθος ότι ήταν ο σημερινός λιμένας Αλών, αυτός δηλαδή που βρίσκεται σήμερα μπροστά από τον «Ηλεκτρικό» Σταθμό Πειραιώς ή αλλιώς η Βρωμολίμνη όπως την αποκαλούσαν παλιά οι Πειραιώτες.

Ωστόσο η θεωρία του Δραγάτση όπως είδαμε δεν ήταν δική του αλλά προϋπήρχαν οι αντιρρήσεις και οι αμφιβολίες. Ίδια άποψη με τον Δραγάτση είχαν προγενέστερα ξένοι περιηγητές του 18ου και του 19ου αιώνα, αλλά και άλλοι μεταγενέστερα από αυτόν.

Ας αφήσουμε όμως για λίγο στην άκρη την αμφισβήτηση του Δραγάτση και ας δούμε τι έγραψαν οι αρχαίοι ιστορικοί συγγραφείς, οι μοναδικοί και εγκυρότεροι μάρτυρες, αφού κατέθεσαν τι είδαν και τι άκουσαν στην εποχή τους για τον τάφο του Θεμιστοκλή. Δύο ερωτήματα αναζητούνται μέσα από τα γραπτά των αρχαίων συγγραφέων. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχουν αναφορές ότι τα οστά του Θεμιστοκλή μεταφέρθηκαν στο Πειραιά,

1) αν υπήρχε δηλαδή όντως τάφος και

2) ποια ήταν η θέση του τάφου αυτού;

Περί της μετακομιδής των οστών του Θεμιστοκλή  

Ο Θουκυδίδης αναφέρει καταρχάς ότι ο αρχικός τάφος του Θεμιστοκλή βρισκόταν στην Μαγνησία της Ασίας, όπου είχε καταφύγει ο Θεμιστοκλής διωγμένος από την πατρίδα του. Ο τάφος μάλιστα βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς. Όμως «… τα δε οστά φασί κομισθήναι αυτού οι προσήκοντες οίκαδε κελεύσαντος εκείνου και τεθήναι κρυφά Αθηναίων εν τη Αττική ου γαρ εξήν θάπτειν ως επί προδοσία φεύγοντος». (Ι 138, 4-6)  Ο ίδιος ο Θουκυδίδης λοιπόν μας πληροφορεί ότι ο Θεμιστοκλής πριν πεθάνει, άφησε παραγγελία στους δικούς του ανθρώπους να ταφεί πίσω στην πατρίδα του. Τα οστά του πράγματι μεταφέρθηκαν από αυτούς προς τους οποίους είχε απευθυνθεί η παραγγελία του. Η υλοποίηση της εντολής αυτής φυσικά δεν θα μπορούσε να γίνει εύκολα, καθώς ήταν κατηγορούμενος για προδοσία, ποινή που δεν ανακλήθηκε ούτε κατέστη ανενεργή λόγω του θανάτου του. Αυτό θα πρέπει λοιπόν να το έχουμε υπόψη μας ώστε να γίνει κατανοητό ότι έστω κι αν τα οστά μεταφέρθηκαν σε άλλον τάφο, αυτός θα ήταν οπωσδήποτε σεμνός στην εμφάνιση, καθώς τότε ακόμα δεν επιτρεπόταν να οικοδομηθεί μνημείο (Θεμιστόκλειο) που να αποδώσει με λαμπρότητα την αξία του θανούντος. Άρα ταύτιση λαμπρού Θεμιστόκλειου με τάφο δεν είναι πραγματοποιήσιμη στο βαθμό τουλάχιστον που σήμερα θεωρούμε, απλώς και μόνο διότι οι ίδιες οι συνθήκες μας δείχνουν ότι δεν είναι επιτρεπτό.

Σε ποιο σημείο έφτασαν τα οστά του Θεμιστοκλή στον Πειραιά περιγράφεται από τον Πλούταρχο έργο «Θεμιστοκλής» που γράφει τα παρακάτω:

«Ο Διόδωρος ο περιηγητής στο έργο του «Περί μνημάτων» έχει γράψει, από εικασία και όχι από άμεση αντίληψη, ότι κοντά στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά προεκτείνεται από το ακρωτήριο που σχηματίζεται κατά τον Άλκιμο μια προεξοχή σαν αγκώνας και στη στροφή προς το εσωτερικό του λιμανιού, εκεί όπου η θάλασσα έχει γαλήνη, υπάρχει μια βάση αρκετά μεγάλη και ότι αυτό που φαίνεται επάνω της σα σχήμα βωμού είναι ο τάφος του Θεμιστοκλή. [32.6] Και ο Διόδωρος νομίζει πως ο Πλάτων ο κωμικός συμφωνεί μαζί του και επιβεβαιώνει τα λόγια του με τους ακόλουθους στίχους:

«Το μνήμα σου καλά είν᾽ αυτού στημένο,

σημάδι από παντού στους ταξιδιώτες.

Θα βλέπει αυτούς που μπαίνουνε και βγαίνουν

και θα αποτελεί άμιλλα για τους νέους που τον αντικρύζουν». 

 

Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η μεταφορά των οστών στον Πειραιά περιγράφεται από τον Αριστοφάνη στο έργο του Ιππής (80 – 85). «Λοιμοξάνων δε Αθηναίων ο Θεός είπε μετάγειν τα οστά Θεμιστοκλέους, Μαγνήτων δε μη συγχωρούντων ητήσαντο επί 30 ημέρες εναγίσαι τω τάφω και περισκηνώσαντες το χωρίον λάθρα κομίζουσιν ανορύξαντες τα οστά».

Στην κυριολεξία οι Αθηναίοι και μόνο αφού έλαβαν χρησμό από τον Θεό ότι για να περάσει ο λοιμός που μαστίζονταν την εποχή εκείνη, έπρεπε να μετάγουν τα οστά του Θεμιστοκλή πίσω στην Αθήνα. Παρόλο όμως που για 30 ημέρες είχαν κατασκηνώσει κοντά στην αγορά της Μαγνησίας (στην Ασία) με σκοπό να τα παραλάβουν οι Μαγνήτες δεν τους έδιναν. Έτσι αναγκάστηκαν να τα αρπάξουν και να τα μεταφέρουν πίσω στην Αθήνα κρυφά.

Την μετακομιδή των οστών του Θεμιστοκλή όμως αναφέρει και ο Παυσανίας «και νεώς και ες εμέ ήσαν οίκοι και προς τω μεγίστω λιμένι τάφος Θεμιστοκλέους. Υασί γαρ μεταμελήσαι των ες Θεμιστοκλέα Αθηναίοις και ως οι προσήκοντες τα οστά κομίσαιεν εκ Μαγνησίας ανελόντες» (Αττικά. Ι,2). Ο Παυσανίας αναφέρει ότι τα οστά τοποθετήθηκαν σε τάφο προς το μεγάλο λιμάνι που η μεταμέλεια των Αθηναίων επέτρεψε να στηθεί. Αυτή η μεταμέλεια έδωσε την ευκαιρία μετακομιδής των οστών, αλλά δε σήμαινε ότι αναιρούσε την καταδικαστική απόφαση που είχε επιβληθεί.

Ο Παυσανίας στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του τάφου του Θεμιστοκλή στον Πειραιά καθώς κατέγραφε τα όσα είδε στις περιηγήσεις του. Έζησε το 110 μ.Χ. δηλαδή πάνω από 400  χρόνια μετά τον θάνατο του Θεμιστοκλή. Όταν επισκέφθηκε λοιπόν τον Πειραιά συνάντησε τον τάφο του Θεμιστοκλή στον δρόμο προς το μεγάλο λιμάνι. Μάλλον θα ήταν αδύνατον να εισέρχεται στην πόλη του Πειραιά από την πλευρά της Δραπετσώνας για να συναντήσει το μνημείο προς το λιμάνι. Λογικότερο θα ήταν κατά την πορεία του από την Αθήνα στον Πειραιά λίγο πριν το μεγάλο λιμάνι να συναντήσει τον τάφο.

Από αυτά καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση κάτω από τέτοιες συνθήκες τα οστά να μεταφερθούν σε λαμπρό οικοδόμημα (Θεμιστόκλειον) παρά σε έναν λιτό τάφο που θα εκφράζει τη συγχώρεση των Αθηναίων στο πρόσωπό του, δεν θα καταπατεί όμως παράφορα την ποινή που επιβλήθηκε.

Εποχή μετακομιδής

Για τη μεταφορά των οστών του Θεμιστοκλή στον Πειραιά δεν υπάρχει ακριβής χρονολόγηση. Θα πρέπει να έγινε την εποχή του Κόνωνα. Ο Κόνωνας υπήρξε ο συνεχιστής του έργου του Θεμιστοκλή και μέγας θαυμαστής του. Η εποχή μετακομιδής καθορίζει σε κάποιο βαθμό και την τοποθεσία του σημείου. Ποιος ήταν ο Κόνωνας και τι ακριβώς έκανε; Βρισκόμαστε στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου που φαίνεται πως έχει καθοριστεί, από τη στιγμή που οι Σπαρτιάτες έχουν αποκτήσει ναυτικό και μάχονται τους Αθηναίους στη θάλασσα. Το 405 π.Χ. σημαίνει την τέλεια καταστροφή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Και πάλι δέκα Αθηναίοι στρατηγοί, ανάμεσά τους και ο Κόνωνας, πέφτουν σε ένα θανάσιμο λάθος. Τραβούν τα πλοία τους στη στεριά και τα πληρώματά τους απομακρύνονται έως και δέκα χιλιόμετρα μακριά από αυτά για να βρουν να φάνε. Οι Σπαρτιάτες που βλέπουν τα καράβια άχρηστα (πλοίο που δεν πλέει είναι άχρηστο), επιτίθενται και τα καταστρέφουν. Πρόκειται για το γεγονός που η ιστορία κατέγραψε ως τη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς.

Αλλά και η ιστορία καμιά φορά κάνει λάθος, διότι ναυμαχία δεν υπήρξε. Διότι όταν βρίσκεις τραβηγμένα 150 πλοία στη στεριά και τα καταστρέφεις, αυτό δεν είναι ναυμαχία! Από τα 150 πλοία των Αθηναίων η τύχη του μιλά ξανά, αφού σώζονται μόνο οκτώ, που είναι τα δικά του πλοία, και η «Πάραλος» το ιερό πλοίο των Αθηναίων. Ο Κόνωνας καταφεύγει με τα οκτώ πλοία του στον Κύπριο βασιλιά Ευαγόρα, ενώ το «Πάραλος» αναγγέλλει την ήττα που επιφέρει και το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Η Σπάρτη είναι η μόνη δύναμη πλέον στην ελληνική επικράτεια. Ο Κόνωνας τότε έρχεται σε επαφή με τους Πέρσες! Προσπαθεί να τους στρέψει κατά των Σπαρτιατών λέγοντάς τους ότι οι Σπαρτιάτες με το ισχυρό ναυτικό τους θα πάρουν περιοχές της Ιωνίας στην κατοχή τους. Πείθει στο παρασκήνιο τους Πέρσες που του δίνουν χρήματα για να αγοράσει αρχικά 40 πολεμικά κατασκευασμένα στην Κύπρο και στη Φοινίκη. Σε σύντομο χρονικό διάστημα τα 40 γίνονται 160. Ο Κόνων με αυτή τη δύναμη συγκρούεται το 394 π.Χ. με τους Σπαρτιάτες. Η σύγκρουση των στόλων έγινε κοντά στην Κνίδο· Η εκδίκηση του Αθηναίου Κόνωνα έρχεται διαμέσου των Περσών, οι οποίοι αν και είναι οι απόλυτοι κύριοι του Αιγαίου, αφού η Αθήνα πλοία δικά της δεν διαθέτει ενώ η Σπάρτη μόλις τα απώλεσε.

Αντί ο Πέρσης να κυριεύσει τη χώρα και να τελειώνει με αυτήν, πείθεται από τον Κόνωνα για την πολιτική της μη επέμβασης. Με λίγα λόγια λέει ο Κόνωνας στους Πέρσες, αν κατακτήσετε εσείς τα μέρη που απελευθερώσατε από τους Σπαρτιάτες, τότε αυτά θα στραφούν εναντίον σας. Εάν όμως βοηθήσετε την Αθήνα να ξανασταθεί στα πόδια της τότε θα είστε σίγουροι ότι η Σπάρτη δεν θα ξανασηκώσει κεφάλι ποτέ πια, ενώ εμείς οι Αθηναίοι δεν θα σας απασχολήσουμε γιατί θα σας χρωστάμε. Και οι Πέρσες δέχονται! Και όχι απλά συμφωνούν, αλλά βοηθούν έμπρακτα τον Κόνωνα να ξαναχτίσει τα Μακρά Τείχη που ενώνουν την Αθήνα με τον Πειραιά και να χτίσει επιπλέον και τα τείχη της Πειραϊκής ακτής. Τα τείχη αυτά φτιάχτηκαν, δεν ξαναφτιάχτηκαν! Εννοώ ότι τα παλαιότερα τείχη του Θεμιστοκλή που προστάτευαν τον Πειραιά από τη θάλασσα βρίσκονταν περίπου στο κέντρο της έρημης χερσονήσου. Επέτρεπαν δηλαδή στον εχθρό να αποβιβαστεί στις απόκρημνες ακτές της Πειραϊκής για να τον ανακόψουν. Εκείνα τα «Μεσόγεια» τείχη τα είχαν καταστρέψει οι Σπαρτιάτες. Τώρα ο Κόνωνας έφτιαχνε καινούργια εξ αρχής κατά μήκος της παραλίας. Είναι αυτά που σήμερα βλέπουμε και θαυμάζουμε.

Τα νέα αυτά τείχη κατασκευάζονταν επί τρία ολόκληρα χρόνια. Ξεκίνησαν το 394 π.Χ. και τελείωσαν το 391π.Χ. Όλη η οικοδόμηση των τειχών της πειραϊκής ακτής, αποτέλεσε λαμπρό αποκλειστικό επίτευγμα του Κόνωνα. Το πιο πιθανόν θα ήταν επί των ημερών του να γίνει η μετακομιδή των οστών του μέντορά του Θεμιστοκλή. Εκείνος διατηρούσε άριστες σχέσεις με την Περσική αυλή.  Ο Κόνωνας επιπλέον θα επιθυμούσε να συνδέσει το ηρωικό όνομα του Θεμιστοκλή με τα δικά του ναυτικά κατορθώματα. Το πλέον λογικό θα ήταν στο τέλος της νέας οχύρωσης που οικοδόμησε στην πειραϊκή ακτή να κατασκευάσει τάφο για να φιλοξενήσει τα οστά του Θεμιστοκλή. Θα ήταν σα να έλεγε στους σύγχρονούς του, ιδού τα έργα μου (τα τείχη που οικοδόμησα) και ιδού ο τάφος του ανθρώπου που τα εμπνεύστηκε (του Θεμιστοκλή). Δεν θα μπορούσε προφανώς να υπάρχει σύνδεση του Κόνωνα με τον Κάβο Κράκαρη, καθώς οι θεμελιώσεις των έργων του Κόνωνα έγιναν προς την πλευρά της πειραϊκής. Επιπρόσθετα και σημαντικότερο ίσως όλων των στοιχείων είναι ότι η οικοδόμηση του τάφου του Θεμιστοκλή έγινε ως προς τον τρόπο και το υλικό κατασκευής πανομοιότυπα με τα τείχη του Κόνωνα.

Περί του τάφου του Θεμιστοκλή

Ο Πλούταρχος (στο έργο του «Θεμιστοκλής» 32, στ. 3 – 6) παραθέτει περί του μνημείου δύο σημαντικές μαρτυρίες. Η πρώτη είναι του Διόδωρου του Περιηγητή ότι στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά, στο ακρωτήριο Άλκιμος, υπάρχει  μια προεξοχή που μοιάζει με αγκώνα ανθρώπου, στο εσωτερικό μέρος της οποίας, εκεί όπου η θάλασσα είναι υπήνεμη (ήρεμη), υπάρχει ένας αρκετά μεγάλος βοοειδής τάφος του Θεμιστοκλή που βρίσκεται οικοδομηθεί πάνω σε μια κρηπίδα.

Η δεύτερη αναφορά του Πλούταρχου για τον τάφο, γίνεται με την παράθεση στίχων του Πλάτωνα του Κωμικού που δίνοντας την δική του μαρτυρία για το μνημείο μας παρέχει επιπρόσθετα τις πληροφορίες ότι ο τύμβος ήταν καλώς θεμελιωμένος και ότι οι έμποροι που εισέρχονταν και εξέρχονταν από το λιμάνι του Πειραιά έβλεπαν το μνημείο καθώς βρισκόταν σε θέση τέτοια ώστε ήταν ορατό από παντού. Η θέαση του μνημείου εξυπηρετούσε, μεταξύ άλλων, και έναν σκοπό που είχε να κάνει με την διαπαιδαγώγηση των νέων της εποχής του, καθώς θεωρούσαν ότι η θέαση του μνημείου του Θεμιστοκλή και μόνο μπορούσε να προκαλέσει στους νέους την μεταξύ τους άμιλλα (ευγενή ανταγωνισμό), καθώς θα επιχειρούσαν να μιμηθούν τις πράξεις του, τα κατορθώματά του και τη σκέψη του.

Τα στοιχεία λοιπόν που μας παραθέτει ο Πλούταρχος μέσα από τις μαρτυρίες του Διόδωρου του Περιηγητή και του Πλάτωνα του Κωμικού είναι σημαντικά καθώς μας πληροφορεί ότι το ταφικό μνημείο βρισκόταν στην «Ακτή Άλκιμος», ονομασία που διατηρήθηκε άνευ κάθε αμφιβολίας μέχρι τις ημέρες μας και προσδιορίζει την άκρα της Ακτής Ξαβερίου προς το Βασιλικό Περίπτερο ή αλλιώς το δεξιό σημείο του μεγάλου Πειραϊκού λιμανιού για όσους εισέρχονται. Εκεί λοιπόν υπάρχει ένα ακρωτήριο δίπλα στο οποίο ένα κομμάτι γης μοιάζει να σχηματίζει αγκώνα, πάνω στην οποία υπήρχε μια κρηπίδα μεγάλη πάνω στην οποία βρισκόταν το ταφικό μνημείο. Το σημαντικό στοιχείο σε αυτή την πληροφορία είναι καταρχήν ο προσδιορισμός της θέσης ότι είναι ακρωτήριο.

Η θέση του Δραγάτση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ακρωτήριο. Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η ύπαρξη κρηπίδας που σημαίνει βάση με σκαλοπάτι (-ια). Οι κρηπίδες αποτελούσαν συνήθως τις βάσεις μνημείων, πάνω στις οποίες «πατούσαν» οι κίονες των ναών και των άλλων οικοδομημάτων. Ως κρηπίδες γενικώς εννοούνται τετράγωνες ή παραλληλόγραμμες υπερυψωμένες κατασκευές (με ένα ή περισσότερα σκαλοπάτια). Όντως είναι εμφανής μέχρι και σήμερα καθώς διατηρείται αναλλοίωτη η κρηπίδα του ταφικού μνημείου.

Από αυτές τις αναφορές γίνονται αντιληπτά τα παρακάτω συμπεράσματα:

  1. Ο Τάφος του Θεμιστοκλή είναι στην Άλκιμο ακτή δηλαδή το δεξιό μέρος των εισπλεόντων στο λιμάνι του Πειραιά. Η Ηετιώνεια Ακτή ουδέποτε ταυτίστηκε έστω και υποθετικά με την Άλκιμο Ακτή, ούτε είναι Ακρωτήριο.
  2. Βρίσκεται θεμελιωμένος σε στεριά γης που μοιάζει με αγκώνα ανθρώπου που στην υπήνεμη πλευρά του η θάλασσα είναι πάντα ήρεμη. Αναφέρεται στη σημερινή θέση Καλαμπάκα, όπου μέχρι τις μέρες μας οι λουόμενοι απολαμβάνουν το θαλάσσιο λουτρό τους σε ήρεμα νερά και όντως υπάρχει στεριά που σχηματίζει αγκώνα που στρέφεται προ το εσωτερικό δηλαδή προς την υπήνεμη πλευρά. Αντίθετα κανείς δεν διανοείται να κολυμπήσει στην θέση Κάβο Κράκαρη που αποτελεί σημείο πνιγμού εκατοντάδων ναυαγίων που σημειώθηκαν μεταγενέστερα ενώ ούτε αγκώνα σχηματίζεται πουθενά, ούτε τα νερά είναι υπήνεμα αντιθέτως είναι προσήνεμα. Σε αντίθεση με την θέση Καλαμπάκα, ο κάβος Κράκαρη είχε ταυτιστεί με σημείο απόμακρο και επικίνδυνο καθώς τα νερά της θάλασσας εκεί ποτέ δεν είναι ήρεμα και έχουν προκληθεί πολλά ναυάγια με μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό.
  3. Είναι θεμελιωμένος σε κρηπίδα όπως ακριβώς συμβαίνει με τον τάφο της πειραϊκής ακτής σε αντίθεση με τον Κάβο Κράκαρη που δεν μπορεί να περιγραφεί η ύπαρξη κρηπίδας.
  4. Είναι ιστορικά αναγνωρισμένος από μεγάλο αριθμό διανοούμενων της πρόσφατης ιστορίας.

Ένα ακόμα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της έρευνάς μας αποτελεί και το γεγονός ότι μέχρι τους νεότερους χρόνους ουδείς επιστημονικός, ιστορικός, αρχαιολογικός φορέας αμφισβήτησε την ταύτιση του τάφου του Θεμιστοκλή με τον τάφο της Ναυτικής Διοίκησης Αιγίου πλην του Δραγάτση.

Μεταγενέστερες έρευνες που συνηγορούν υπέρ του τάφου της πειραϊκής ακτής

Οι περιηγητές και οι αναφορές περί του τάφου στην Πειραϊκή είναι παρά πολλές. Πρώτος από όλους αναφορά στο εν πειραϊκή τάφο του Θεμιστοκλή έκανε ο George Wheler το 1682 στο έργο του με τίτλο «Ταξίδι στην Ελλάδα».

Στην ύπαρξη του τάφου του Θεμιστοκλή αναφέρθηκε και ο σπουδαίος Λόρδος Βύρωνας που στο έργο του «The Ghiaour” (Ο Γκιαούρης), έκδοση  HOBHAUSE, A Journey Through Albania, Φιλαδέλφεια 1817, περιέγραψε με αναλυτικό τρόπο τα όσα είδε από τον τάφο του Θεμιστοκλή για τον οποίο μάλιστα ουδεμία έφερε αντίρρηση ότι πρόκειται περί αυτού.

Την ίδια άποψη με τον Λόρδο Βύρωνα είχε και ο Edward Dodwell το 1819 όταν στο Λονδίνο συνέγραψε το έργο «Travel in Asia Minor and Greece II» που εκδόθηκε το 1825.

Το 1881 τα ίδια παρουσίασε και ο Α. Michhofer στο έργο του «Karten von Attica» που ανέφερε την ύπαρξη τεσσάρων συνολικά τάφων έξω από τη γραμμή των πειραϊκών τειχών. Δύο από αυτούς τους τάφους ήταν μεγάλοι και δύο μικρότεροι σκαλισμένοι στα βράχια.

Curt Wachsmuth στο έργο του «Athen in Altertum II» που εκδόθηκε στην Λειψία το 1890 περιέγραψε και πάλι τον τάφο του Θεμιστοκλή που προσδιόρισε στην πειραϊκή ακτή.

Ο J.K Davies το 1971 επανέλαβε περίπου τα ίδια με τους προηγούμενους επιβεβαιώνοντας ότι το σημείο μετακομιδής των οστών του Θεμιστοκλή είναι στην πειραϊκή ακτή.

Το 1972 ο Paul Wallace σε έρευνα που εκδόθηκε από την  Hepseria επανέλαβε περίπου τα ίδια.

Ο Robert Lenardon στο έργο του «Ο θρύλος του Θεμιστοκλή» που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1978 δεν διαφώνησε με τους προηγούμενους.

Ο Frank Frost το 1980 στο έργο «A historical Commentary» και ο Robert Garlant στο έργο του «Πειραιάς» (1987) επανέλαβαν αυτά που γνωρίζαμε.

Το ίδιο έκανε και ο Johannes Travlos το 1988 αλλά και ο δικός μας ο «Πειραιώτης» πλέον, αρχαιολόγος Γιώργος Σταϊχάουερ το 1988 στο έργο του «Τα μνημεία και το αρχαιολογικό μουσείο του Πειραιά».

Πάνω από 12 επιστήμονες και παγκόσμιες προσωπικότητες που ασχολήθηκαν εκτεταμένα με την επιστημονική έρευνα περί του τάφου του Θεμιστοκλή κατέληξαν στα ίδια αποτελέσματα. Ο τάφος του Θεμιστοκλή βρίσκεται στην Άλκιμο Ακτή, έξω από τις εγκαταστάσεις της σημερινής Ναυτικής Διοίκησης Αιγαίου! Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτού, εκτός κι αν θεωρήσουμε τους Βύρωνα, Dodwell και τους υπόλοιπους περιπλανημένους ή λανθασμένους στην άποψή τους!

Η πρώτη και σοβαρή εκστρατεία αμφισβήτησης -στηριζόμενη στην εκδοχή Δραγάτση-, ξεκίνησε αρκετά χρόνια πριν όταν κυκλοφόρησαν στον Πειραιά δηλώσεις (φήμες καλύτερα μέσω δημοσιεύσεων εφημερίδων) για την ανάγκη μετακίνησης της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων από την Πειραϊκή χερσόνησο, που θα επέφερε σπουδαία οικονομικά οφέλη, εάν η έκταση αυτή αποδιδόταν σε εμπορικούς σκοπούς. Έκτοτε ξεκίνησε η απαξίωση του τάφου της Πειραϊκής που ολοκληρώθηκε μέχρι την πώληση της έκτασης στους Κινέζους για την επιχωμάτωση της περιοχής με σκοπό την κατασκευή αποβάθρων για την υποδοχή υπερμεγέθων κρουαζιερόπλοιων.

Σήμερα αν πληκτρολογήσει κάποιος «Τάφο του Θεμιστοκλή» στο διαδίκτυο τα αποτελέσματα θα του υποδείξουν τη θέση Κάβο Κράκαρη και δεν θα δει καμία αναφορά στην πειραϊκή ακτή. Η απαξίωση βεβαίως δεν έχει να κάνει με τα αρχαιολογικά και ιστορικά δεδομένα αλλά με το γεγονός πώλησης της εδαφικής έκτασης του πειραϊκού λιμανιού σε κινεζική εμπορική εταιρεία!

Το πρόβλημα που δεν μπόρεσε πολλά χρόνια να επιτύχει η αρχαιολογική και ιστορική έρευνα, αυτό που δεν κατάφερε ο Λόρδος Βύρωνας, ο Καθηγητής Ορλάνδος, ο αρχαιολόγος Ζαννέτος, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και πολλοί άλλοι, το κατάφεραν τα επιχειρηματικά σχέδια!

Η έρευνα του Ιωάννη Μεταξά για τον τάφο του Θεμιστοκλή και η αποκατάσταση του τάφου της Πειραϊκής

Όταν Δήμαρχος Πειραιώς ήταν ο διορισμένος από τον Ιωάννη Μεταξά, Πρόεδρος του Ολυμπιακού Μιχάλης Μανούσκος, ανέλαβε με ενθουσιασμό προσπάθεια για την ανάδειξη του τάφου του Θεμιστοκλή. Ήταν φυσικά γνωστή και επί των ημερών του η θεωρία του Ιάκωβου Δραγάτση, όταν από τα τέλη του 1897 διενεργούσε εκδρομές και αρχαιολογικούς περιπάτους στη θέση «Κάβο Κράκαρη», ενώ το 1910 ανέπτυξε και εγγράφως τη θεωρία του στο έργο με τίτλο «Το Θεμιστόκλειο». Ο Μανούσκος επιθυμούσε την ανάδειξη του τάφου του Θεμιστοκλή ώστε να συνεισφέρει με τον τρόπο του στο καθεστώς της 4ης  Αυγούστου που επιθυμούσε διακαώς την παλινόστηση της αρχαίας ελληνικής δόξας και την αναβίωση κλασσικών μνημείων της αρχαιότητας. Ωστόσο ο Μανούσκος γνώριζε το δίλημμα που είχε προκύψει από την θεωρία του Δραγάτση. Αρχικά ζήτησε τη συνδρομή του καθηγητή Ορλάνδου, ο οποίος σε συνεργασία με τον διευθυντή των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Πειραιώς Καψαμπέλη και τον μηχανικό του Δήμου Γλαύκο Μαρκόπουλο προέβησαν στην ακριβή αποτύπωση του αρχαίου μνημείου, ορίζοντας το σχήμα που αυτό είχε αρχικώς πριν καταστραφεί. Κατόπιν αυτού, διαπίστωσαν ότι στο σημείο δέσποζε μια βάση πάνω από την οποία υπήρχε μια στρογγυλή στήλη ύψους 9 μέτρων, κατασκευασμένη από Πειραϊκή πορώδη πέτρα, η οποία φυσικά είχε εξαχθεί από τα κοντινά λατομεία της πειραϊκής ακτής, γεγονός που ενίσχυε την ταυτοποίηση του μνημείου ως προς τη θέση του.

Αυτές οι ενέργειες ανάθεσης εκ μέρους του Μανούσκου προς τους Κ. Ορλάνδο και Γλαύκο Μαρκόπουλο είχαν να κάνουν μόνο με το ζήτημα της αποκατάστασης του Μνημείου. Για να εκκινήσει όμως αυτή έπρεπε να επιβεβαιωθεί η ορθή θέση του ταφικού μνημείου, αν δηλαδή επικρατούσε η θεωρία του Δραγάτση και το μνημείο βρισκόταν πράγματι στην Ηετιώνεια Ακτή ή αν η αρχαία κολόνα στη θέση «Παρλαμά» συνέχιζε να αποτελεί την σωστή τοποθεσία του ταφικού μνημείου. Για την επίλυση αυτού του ερωτήματος, ο Μανούσκος αναζήτησε τις διάφορες απόψεις των αρχαιολόγων που μέχρι τότε είχαν αποτυπωθεί γραπτώς. Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι απέφευγαν να λάβουν θέση στο ζήτημα αυτό.

Ωστόσο «επιστρατεύτηκε» η απάντηση προς τον Δραγάτση που είχε δημοσιεύσει ο σπουδαίος αρχαιολόγος Γ. Ζαννέτος. Η πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα» στο φύλο της 26ης Ιανουαρίου 1906 είχε δημοσιεύσει την απάντηση του Ζαννέτου προς τον Δραγάτση. Η δημοσίευση αυτή έλαβε χώρα όταν ο Δραγάτσης ήταν εν ζωή και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η απάντηση του Ζαννέτου προς τον Δραγάτση θεωρήθηκε ότι κάλυπτε πλήρως τα ενδεχόμενα ερωτήματα που ο δεύτερος είχε δημιουργήσει με την αμφισβήτησή του.

Πλην του γεγονότος ότι οι απαντήσεις όχι μόνο αναιρούσαν κάθε σκέψη του Δραγάτση αλλά η δημοσίευση στο σύνολό τους είχε ύφος μάλλον περιπαιχτικό καθώς ο Ζαννέτος θεωρούσε τις θέσεις του Δραγάτση ακραίες. «Πριν από 8 χρόνια με αληθινό θορυβώδη τρόπο (πάταγο) παρά του ότι δεν συνήθιζε  ο Δραγάτσης να κάνει κάτι τέτοιο διαφήμισε ότι ανακάλυψε στην Δραπετσώνα τον τάφο του Ήρωα της Σαλαμίνας και ότι όλοι εμείς βρισκόμασταν σε πεπλανημένη γνώμη για όσα ξέραμε μέχρι τότε. Και τότε κάθε εραστής της αρχαιότητας ένιωσε την επιθυμία να μάθει τους λόγους που οδήγησαν τον Δραγάτση να ανακοινώσει αυτό το παράδοξο συμπέρασμα….» ξεκινούσε ο Ζαννέτος την επιστολή του. Στη συνέχεια παρουσίασε όλες τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων από τις οποίες φυσικά σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται ότι ο τάφος είναι στην Δραπετσώνα.

Η Αποκατάσταση του 1940 και η αναστήλωση του 1952

Πραγματικά η αποκατάσταση του ταφικού μνημείου Πειραϊκής έγινε το 1940. Ξεκίνησε προς τα τέλη μηνός Σεπτεμβρίου 1940 και αποπερατώθηκε μετά την έναρξη του πολέμου, γεγονός που δικαιολογεί και την απουσία πανηγυρικής εκδήλωσης για την ολοκλήρωση.

Τον Μάιο του 1952 ακολούθησε αναστήλωση της πεσμένης κολώνας του μνημείου από τον καθηγητή Ορλάνδο. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται για αποκατάσταση του μνημείου αλλά μόνο για αναστήλωση.

Η πεσμένη στήλη ύψους περίπου 9 μέτρων αποκαταστάθηκε με την τοποθέτηση 9 πεσμένων τμημάτων που βρίσκονταν ολόγυρα. Ωστόσο το 1881 ο Milchhofer  που είχε περιγράψει το μνημείο είχε βρει ότι τα πεσμένα τμήματα δεν ήταν περισσότερα από 8. Ο ίδιος ο Ορλάνδος πάντως με επιστολή προς τον ιστορικό Paul Wallace, που τον Δεκέμβριο του 1971 πραγματοποίησε έρευνα για τον τάφο στον Πειραιά, διευκρίνισε ότι το 1952 είχε μόνο κάνει αναστήλωση και δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις σαρκοφάγους και τον περιβάλλοντα χώρο.  Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, τρεις δηλαδή μήνες μετά την αναστήλωση, έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Θεμιστοκλή μπροστά από την στήλη που ορθωνόταν περήφανα στον Αττικό ουρανό. Τα αποκαλυπτήρια είχε πραγματοποιήσει ο Βασιλιάς Παύλος.

Ας κρατήσουμε λοιπόν ότι το 1940 έγινε αποκατάσταση του μνημείου και το 1952 η αναστήλωση της πεσμένης κολώνας.

Ο Κ. Ορλάνδος που ήταν παρών και στις δύο διαφορετικές εργασίες φέρεται να έγραψε στην πλινθοσειρά της σαρκοφάγου ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΣ ΝΙΚΟΚΛΕΟΣ ΦΡΕΑΡΡΙΟΣ «δείχνοντας» ποιος είναι ο τάφος του Θεμιστοκλή.

Περιγραφή του τάφου της Πειραϊκής Ακτής   

Πάνω στα κύματα της θάλασσας τις παλαιότερες εποχές υπήρχαν λαξεύσεις του βράχου της ακτής στη βάση μιας κολώνας.  Οι λαξεύσεις αυτές που είναι στην ουσία σαρκοφάγοι, οροθετούνταν από μια ορθογώνιο κατασκευή με μήκος 6,4 μέτρα και πλάτος 5 μ., ένα προστατευτικό τοιχίο δηλαδή με πάχος 1.2 μ.  Εντός αυτής της κατασκευής και προς την παράλια πλευρά του περίβολου δέσποζε ένας μεγάλος ορθογώνιος τάφος ενώ κοντά του υπήρχαν ακόμα άλλοι τρεις. Δύο προς την πλευρά της Σαλαμίνας -Δυτική- κι ένας προς την Ανατολική έξω όμως από την περίβολο. Όλο το σύμπλεγμα αυτών των τεσσάρων συνολικά λαξευμένων τάφων επί του βράχου της Ακτής βρίσκεται στο τέλος και έξω από την τειχοποιία του Κόνωνα στο ακρότατο σημείο που ορίζει το τέλος της πειραϊκής ακτογραμμής και την είσοδο του μεγάλου πειραϊκού λιμανιού.

Αναφέρω τι υπήρχε και τι καταγράφηκε παλαιότερα διότι με την πάροδο των αιώνων και ειδικά στη σύγχρονη εποχή με την κλιματική αλλαγή και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, μέρος του μνημείου τέθηκε κάτω από αυτήν. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε έγινε αυτό.

Πάντως ο Ιρλανδός ζωγράφος, συγγραφέας και εραστής της αρχαιολογίας Edward Dodwell όταν επισκέφθηκε τον τάφο το διάστημα 1801 – 1801 που πραγματοιοούσε σειρά επισκέψεων στην Ελλάδα είχε σημειώσει: «Κοντά στην στήλη υπάρχει σαρκοφάγος λαξευμένη σε βράχο, ακάλυπτη και γεμάτη από νερό….»

Καθίσταται ορατή πλέον μόνο η μια εκ των τεσσάρων σαρκοφάγων, η μεγαλύτερη, αυτή δηλαδή που εξ αρχής θεωρήθηκε ότι ήταν ο τάφος του Θεμιστοκλή βάθους 90 περίπου εκατοστών. Δίπλα βρέθηκε κι ένας τεχνικά κατασκευασμένος λίθος που ήταν η ταφόπετρα της σαρκοφάγου. Το όλο σύμπλεγμα συμπληρώνει ένας αράβδωτος κίονας ύψους περίπου 9 μέτρων επί τετράγωνης βάσης τριών επιπέδων. Στην κορυφή του προφανώς κάποτε θα φιλοξενούσε προτομή ή άγαλμα το οποίο δεν διασώθηκε. Η κατασκευή που προστατεύει (περικλείει) τη μεγάλη σαρκοφάγο έχει κατακλυστεί πλέον από τη θάλασσα. Στην μιας πλευρά της αφήνει τα τοιχία δεν ενώνονται αφήνοντας ελεύθερη μια είσοδο που δημιουργεί έναν μικρό διάδρομο για την είσοδο και έξοδο στις σαρκοφάγους.

Μαρτυρίες μερικών από τους ξένους περιηγητές: 

«Στον Πειραιά μπόρεσα να προσκυνήσω την ίδια ημέρα τους τάφους δύο μεγάλων ηρώων της Ελλάδας, δύο φάρων της ιστορίας. Του Θεμιστοκλή και του Μιαούλη. Περπατήσαμε σ” αυτήν τη μικρή χερσόνησο (την Πειραϊκή) που είναι γεμάτη υπολείμματα αρχαίων τειχών. 

Ο χώρος είναι τρομερά πετρώδης, πρόβατα βόσκουν και  κάποια στιγμή φτάσαμε στον τάφο του Μιαούλη στην παραλία. Στο μάρμαρο γράφει: ώδε κείται ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης 1838…. 

Εκεί κοντά σε αναποδογυρισμένες κολόνες δύο τάφοι σκαμμένοι σε βράχο γεμάτοι από τα νερά του Σαρωνικού βρίσκεται ο τάφος του Θεμιστοκλή. Σε μια μικρή τετράγωνη προεξοχή των τειχών υπάρχουν μια σαρκοφάγος κι ένα παλιό μνήμα. Από εδώ η θέα του Πειραιά είναι ωραία».

(Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, επίσκεψη στον Πειραιά, Μάρτιος 1841).

«Ο κύριος Φοβέλος επέστησε την προσοχή μου σε κάποιον τάφο σε ένα βράχο που σχηματίζει μια μικρή γλώσσα γης που μπαίνει στη θάλασσα. Ο τάφος αυτός που στερείται θόλου βρίσκεται παράλληλα με την επιφάνεια της θάλασσας ώστε τα κύματα με την τακτική του κίνηση να τον καλύπτουν, ενώ αποσυρόμενα τον άφησαν ασκεπή. Σε κοντινή απόσταση από εκεί φαίνονται επί της παραλίας και τα λείψανα ενός άλλου μνημείου.

Ο κύριος Φωβέλος ισχυρίζεται ότι εδώ είναι που εναποτέθηκαν τα οστά του Θεμιστοκλέους. Αλλά κάποιοι διαφωνούν με αυτόν για την σπουδαία ανακάλυψή του, παρατηρώντας ότι τα πέριξ ερείπια είναι πάρα πολύ ωραία και δεν δύναται να ανήκουν σε τάφο που καθώς λέγει ο Διόδωρος, ο περιηγητής στο έργο του Πλούταρχου, ήταν ένας απλός βωμός. Αλλά η διαφωνία αυτή ίσως να είναι και αβάσιμη καθότι τα πέριξ αυτού ερείπια από λευκό μάρμαρο, τα οποία προκαλούν την αντίθεση με του Φωβέλου την άποψη, ίσως να ανήκουν σε άλλο μνημείο ή ακόμα και στον τάφο του Θεμιστοκλή, καθώς δεν είναι απίθανο μετά τον κατευνασμό των πολιτικών παθών, οι απόγονοι του Θεμιστοκλή να λάμπρυναν μεταγενέστερα τον τάφο αυτό του λαμπρού προγόνου, τον οποίο πρωτύτερα είχαν ενταφιάσει αθόρυβα και λαθραία, όπως λέει και ο Θουκυδίδης, καθώς θα θυμήθηκαν αργότερα τα κατορθώματά του όπως άλλωστε περιέγραψε και ο Παυσανίας για τον θαυμασμό που είδε στα μάτια όλων να αντικατοπτρίζεται για τον μεγάλο αυτόν άνδρα στον Παρθενώνα. Υπήρχε άλλωστε και ανδριάντας του Θεμιστοκλή στο Πρυτανείο… Το μόνο που ακούγαμε ήταν οι κραυγές των Αλκυόνων, ο φλοίσβος των κυμάτων τα οποία έσκαγαν πάνω στον τάφο του Θεμιστοκλή και εξέπεμπαν αιώνιο θρήνο στην σιωπηλή εκείνη έρημο. Αρπαγμένα από τα κύματα τα οστά του νικητού του Ξέρξη, σε εκείνον τον όρμο, αναμίχθηκαν με τα οστά των Περσών. Μάταια αναζήτησα το Ναό της Αφροδίτης, την Μακρά Στοά και το συμβολικό άγαλμα του λαού των Αθηνών. Το ομοίωμα του αμείλικτου εκείνου όχλου κατέπεσε δια παντός στο πηγάδι εκείνο που έπεφταν και οι εξόριστοι πολίτες ματαίως ικετεύοντες να επιστρέψουν στην πατρίδα. Αντί των μεγαλοπρεπών ναυστάθμων, νεωρίων και αγορών, που αντηχούσε η φωνή των ναυτών, αντί των λαμπρών οικοδομών κατ΄ απομίμηση των λαμπρών καλλονών της Ρόδου, βλέπαμε μόνο μια Μονή ερειπωμένη και αυτή με χρήση περισσότερο αποθήκης που χρησίμευε για την Φρουρά της Ακτής και έναν Τούρκο Τελώνη ο οποίος είχε μία ξύλινη καλύβα και που μάταια περίμενε με ατέλειωτη υπομονή μήνες ολόκληρους χωρίς να δει ούτε ένα πλοίο. Αυτή είναι η οικτρά κατάστασις των τριών αυτών άλλοτε ενδόξων λιμένων. Ποιος κατέστρεψε των Θεών και ανθρώπων λαμπρά μνημεία; μήπως η απόκρυφος εκείνη δύναμη που ανατρέπει τα πάντα η ανήκουσα στον «άγνωστο θεό», στον αφιερωμένο σε αυτήν την δύναμη βωμό που είχε δει ο Απόστολος Παύλος στο Φάληρο;» 

 Επίλογος συγγραφέα

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ακόμα κι αν ο τάφος της πειραϊκής ακτής δεν ανήκε πράγματι στον Θεμιστοκλή και πάλι θα αποτελούσε το μεγαλύτερο αρχαίο μνημείο σε σπουδαιότητα που έχει απομείνει στον σύγχρονο Πειραιά. Το γιατί το εξηγήσαμε στον πρόλογο. Δεν πρόκειται για αρχαία τειχοποιία  ή απομεινάρια νεώσοικων ή για μια στοά. Πρόκειται για ένα μνημείο που έρχεται σε ευθεία σύνδεση με τον δημιουργό (ιδρυτή) του αρχαίου Πειραιά. Είναι το σπουδαιότερο ορόσημο της ιστορικής μας πορείας. Δεν πρόκειται για το ρολόι του χουντικού Σκυλίτση, ούτε για ένα γήπεδο μιας ομάδας, ούτε για ένα παλιό κτίσμα. Έστω και η πιθανολόγηση (από τη στιγμή που μάλιστα δεν υπάρχει καμία ιστορική απόδειξη περί του αντιθέτου) ότι ο τάφος αυτός είναι του Θεμιστοκλή, στοιχειοθετεί από μόνη της ένα επιστημονικό δεδομένου υψίστης σημασίας με παγκόσμιο ενδιαφέρον. Δεν πρόκειται για εμάς, για τις απόψεις μας ή για τα μικροκομματικά ενδιαφέροντα δημοτικών αρχών. Πρόκειται για το πολιτιστικό μας παρελθόν πάνω στο οποίο εδράζεται το μέλλον των παιδιών μας και των παιδιών τους. Πρόκειται για την πολιτιστική μας ταυτότητα, το DNA μας, καθορίζει το ποιοι είμαστε και το πού βρισκόμαστε. Η διάσωση, ανάδειξη και προβολή του συγκεκριμένου μνημείου δεν θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο επιβεβλημένη από την ελληνική νομοθεσία, αλλά θα έπρεπε να προστατεύεται από την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO. Οποιαδήποτε παρέμβαση που οδηγεί στην υποβάθμιση του μνημείου αποτελεί πολιτιστικό έγκλημα. Αν υπάρχει Ευρώπη σήμερα το οφείλει σε αυτόν τον άνθρωπο που τα ιστορικά δεδομένα και η αρχαιολογική έρευνα έδειξαν (με τη βοήθεια των αρχαίων συγγραφέων) ότι αυτός είναι ο τόπος που υποδέχθηκε και φιλοξένησε τον θεμελιωτή της ναυτικής δύναμης της Αθήνας, τον ιδρυτή της πόλης του Πειραιά, τον εμπνευστή της θαλασσοκράτειρας Αθηναϊκής Δημοκρατίας, τον ναυμάχο του Αρτεμισίου, τον σωτήρα του ελληνικού πολιτισμού και της Ευρώπης στη Σαλαμίνα, τον μέγα Θεμιστοκλή.

Λαμβάνω το θάρρος της παρότρυνσης αυτής γνωρίζοντας καλά ότι κατά το πρόσφατο παρελθόν μας, διακεκριμένοι ιστορικοί  της πόλης μας (από πολλούς δοξάζοντες μέχρι και σήμερα) δεν αγνοούσαν το πρόβλημα, αλλά συστηματικά το απέφευγαν. Απέφευγαν να πάρουν θέση φοβούμενοι την διατάραξη των σχέσεών τους με όμορους δήμους, φοβούμενοι μήπως διαψευστούν από την ίδια την αρχαιολογική έρευνα μελλοντικά. Όμως όταν δίπλα σε έναν χώρο  -έστω πιθανολογούμενο- ενταφιάστηκε ένας Ανδρέας Μιαούλης ή οικοδομήθηκε μια σχολή Ναυτικών Δοκίμων, το έμψυχο δυναμικό της οποίας γαλουχήθηκε για περισσότερο από έναν αιώνα εμπνεόμενη από την στρατηγική ιδιοφυία του Θεμιστοκλή, αρκούν από μόνα τους τα στοιχεία αυτά να καθαγιάσουν τον τόπο και να τον καταστήσουν κέντρο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομίας καθώς θα μπορούσε να αναδειχθεί σε κέντρο Διεθνούς Ναυτικής Στρατηγικής και Διπλωματίας (Θεμιστόκλειον Στρατήγημα). Διότι ο Θεμιστοκλής υπήρξε ο μεγαλύτερος ναυμάχος της ιστορίας αλλά και ένας από τους καλύτερους διπλωμάτες που εμφανίστηκαν ποτέ στο ιστορικό προσκήνιο.

«Αν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε αυτόν ως τον τάφο του μεγάλου ανθρώπου, με την ενεργητική του δύναμη, και την επιβλητική ιδιοφυΐα, του Θεμιστοκλή, θα ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μνημεία στην Ελλάδα. Και ποια τοποθεσία θα μπορούσε να είναι πιο κατάλληλη για την υποδοχή, από την ίδια ακτή που είχε δει τον θρίαμβο του;» (Edward Dodwell)

 

Η Κοινωνική σας προτρέπει να επισκεφθείτε το https://pireorama.blogspot.com/ για να διαβάσετε άρθρα όπου  από το 2009 καταγράφουν την ιστορία και τον πολιτισμό του Πειραιά.

 


 



Σχετικά άρθρα

Τελευταια

Εφημερεύοντα Φαρμακεία ΑΤΤΙΚΗΣ