Εφημερίδα Κοινωνική

«Ναι» στην ένταξη των µικροεµπόρων στον νόµο Κατσέλη

«Ναι» στην ένταξη των µικροεµπόρων στον νόµο Κατσέλη
12 Μαρτίου 2019

Μηδενικές καταβολές σε δάνεια, ύψους 119.000 ευρώ, που έγιναν «θηλιά» στον λαιµό ενός µικροεµπόρου, αποφάσισε το Μονοµελές Πρωτοδικείο για 5 ολόκληρα χρόνια, εντάσσοντάς τον στον νόµο για τα υπερχρεωµένα νοικοκυριά. Το δικαστήριο έκρινε ότι η δραστηριότητά του (πρατήριο ψωµιού) δεν µπορεί να χαρακτηριστεί εµπορική (σ.σ.: οι έµποροι δεν εµπίπτουν στον επίµαχο νόµο) και ως εκ τούτου µπορεί να τύχει των ευεργετικών διατάξεων του νόµου Κατσέλη.

Με την υπ’ αριθµόν 1800/2019 απόφασή του, το Μονοµελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του προσφεύγοντoς, έκρινε ότι ο 56χρονος εργαζόταν προσωπικά στην επιχείρηση, δεν είχε επενδύσει σε αυτήν σηµαντικό κεφάλαιο για τη λειτουργία της, 12ούτε επρόκειτο για οργανωµένη επιχείρηση µε σκοπό το κέρδος. Για το δικαστήριο, ο ίδιος παρείχε προσωπική εργασία, µε αντίτιµο, το οποίο όµως αποτελούσε περισσότερο αµοιβή του σωµατικού του κόπου και µόχθου και δεν ήταν αποτέλεσµα κερδοσκοπικών συνδυασµών. «Εποµένως έφερε την ιδιότητα του “µικροεµπόρου” και τα όποια χρέη ανέλαβε µε την ιδιότητα αυτή δεν τον αποτρέπουν από την υπαγωγή στις ρυθµίσεις του Ν. 3869/2010». Σύµφωνα µε τη δικαστική απόφαση, οι µικροέµποροι δεν έχουν τέτοια έκταση δραστηριότητας και δοµή λειτουργίας που να παραπέµπουν σε δραστηριότητα µε σκοπό το κέρδος. Η νοµολογία άλλωστε σε περιπτώσεις όπως αυτή του 56χρονου έχει εξαιρέσει από τους εµπόρους εκείνους που λειτουργούν εκτός οργανωµένης επιχείρησης, χωρίς ιδιαίτερες εγκαταστάσεις και εξοπλισµό και χωρίς πρόσληψη προσωπικού.

Ζήτηµα αξιοπρέπειας

Η επιχείρηση του 56χρονου άρχισε να εµφανίζει οικονοµικά προβλήµατα από το 2008, ενώ η στάση πληρωµών των δανείων κυρίως σε κάρτες άρχισε το 2010. Την ίδια περίοδο, αν και εµφάνιζε τζίρους στο πρατήριο περίπου 30.000 ευρώ, εντούτοις, στην τσέπη φαίνεται ότι δεν έµενε τίποτα…

Τα χρέη ωστόσο διογκώνονταν, φθάνοντας τις 119.000 ευρώ. Για να τα βγάλει πέρα εργάστηκε στη συνέχεια σε εταιρεία security µε αποδοχές 580 ευρώ, ενώ την ηµέρα της συζήτησης της αγωγής τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του ήταν άνεργοι, αδυνατώντας να εξυπηρετήσουν τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες. Την ίδια ώρα δεν είχαν ακίνητη περιουσία για ρευστοποίηση, προκειµένου να ξεχρεώσουν. Ετσι το δικαστήριο έκρινε ότι λόγω της χρόνιας ανεργίας χωρίς τη δική τους υπαιτιότητα και της παντελούς έλλειψης εισοδηµάτων, πρέπει, για τη ρύθµιση των χρεών, «να οριστούν µηδενικές µηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες για χρονικό διάστηµα πέντε ετών, όπως επιβάλλεται και από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγµατος, που θεσπίζει την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει την αξία του ανθρώπου».

Μάλιστα το δικαστήριο προχωρεί τη σκέψη του ένα βήµα παραπάνω, σηµειώνοντας ότι «όριο κάθε πολιτειακής πράξης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, είναι η διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβίωσης του πολίτη που θα του επιτρέπουν να ζει µε αξιοπρέπεια, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, αν το δικαστήριο στερήσει αυτή τη δυνατότητα στον αιτούντα, τότε σε αντίθεση µε την παραπάνω θεµελιώδη συνταγµατική διάταξη, που διαπνέει το δίκαιο και την ερµηνεία του, προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωµάτων».

*Πηγή: ΕΘΝΟΣ


Σχετικά άρθρα

Τελευταια

Εφημερεύοντα Φαρμακεία ΑΤΤΙΚΗΣ